Καλώς ήλθατε.Είμαι ο Scary Rabbi και απ αυτό το blog παρακολουθείτε μια προσπάθεια συγγραφής μιας νουβέλας η ενός μυθιστορήματος.Δε ξέρω.Με ενδιαφέρει πολύ η γνώμη σας γι αυτό νιώστε ελεύθερα αν τελικά ασχοληθείτε με την ανάγνωση των αναρτήσεων να σχολιάσετε οτιδήποτε.(Θεέ μου τι ευγενικός).
ΥΓ:Η σωστή ανάγνωση γίνεται ξεκινώντας από το κεφάλαιο ένα (δεξιά στην αρχειοθήκη)

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

ΕΠΤΑ

-Αλήθεια σου λέω ρε συ.Στο τρένο τη γνώρισα.Ρε,ξέρεις να λέω μαλακίες;Η μία,η Μίνι,αυτή που γνώρισα στο τρένο,είναι κοκκινομάλλα μικροκαμωμένη και η άλλη,η Μαρία...μαλάκα τι γυναίκα!Τι ποια προτιμώ ρε ηλίθιε;Φυσικά καμία.Τις θέλω και τις δύο!Πφ...σου λέω δε με έχεις πετύχει ποτέ ξανά σε τέτοια φάση!Ερωτευμένος με δυο γυναίκες.Αυτές;Τι αυτές;Ε...δε ξέρω.Γουστάρουν μάλλον.Πρέπει να ναι μαζί χρόνια.Δεν έχουμε αναφερθεί στη σχέση τους πριν με γνωρίσουν.Τι λεσβίες ρε μαλάκα;Τι λέξη είναι αυτή;Εσύ δεν έλεγες ότι όλοι είμαστε gay;Τι;Τώρα ναι λείπουνε.Πήγαν να αγοράσουν μπογές.Η Μαρία ζωγραφίζει και θέλει να ασχοληθεί με τη περίπτωσή μου λέει απόψε.Χτες το βράδυ πήγαμε σινεμά.Βίκυ Κριστίνα Μπαρτσελόνα φάση.Σα τις ζωές μας.Τελείως ναι...χαχαχαχα.Μόλις που κρατιόμουνα να μη τις αρπάξω και τις δύο.
 Εεεε...δε ξέρω πότε θα γυρίσω.Δε ξέρω καν αν θα γυρίσω...χαχαχαχα.Άκου,αν ρωτήσει για μένα η Κάτια,πες της ότι δε μιλήσαμε καθόλου.Εσύ όλα καλά ρε;Φεύγεις;Α ναι Σικελία...Για πόσες μέρες;Θα θελα πολύ να ακολουθήσω αλλά ξέρεις...χαχαχαχαχα.Σ αγαπάω πολύ ρε.Καλά να περνάς.Μιλάμε!
 Έκλεισε το κινητό του τηλέφωνο και το πέταξε σχεδόν αδιάφορα στο τραπέζι.Σηκώθηκε από το καναπέ και κατευθύνθηκε στη κουζίνα.Έφτιαξε έναν ελληνικό καφέ και δυνάμωσε λίγο τη μουσική στο ραδιόφωνο όταν αντιλήφθηκε ότι παίζει ένα από τα αγαπημένα του κομμάτια.Ήταν η Μιλόνγκα του Καρντόσο,ένα κιθαριστικό κομμάτι που το χε συνδέσει μόνο με όμορφες στιγμές.
 Ρουφούσε το καφέ του χαζεύοντας τους πίνακες της Μαρίας που διακοσμούσαν τους τέσσερις τοίχους.Μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα με πλατύ φόρεμα βγαλμένο από κλασική ελληνική ταινία,ένα πιτσιρίκι με ιδιότροπη μάλλον μελαγχολική έκφραση στα μάτια...Πιο πολύ απ όλους όμως είχε λατρέψει ένα πίνακα που η Μαρία είχε ονομάσει «ο προσωπικός μου Άτλας».Δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα κολάζ από εικόνες απ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε η ίδια επισκεφτεί.«Θέλει τέχνη μια τέτοια απεικόνιση» σκέφτηκε.Και μετά άρχισε να φαντάζεται πως θα έφτιαχνε αυτός το δικό του πίνακα.Το πίνακα που θα απεικόνιζε το συγκεκριμένο του ταξίδι.Από τη στιγμή που επιβιβάστηκε,μέχρι και σήμερα,που περιμένει με ανυπομονησία τις δυο γυναίκες να επιστρέψουν πάλι κοντά του.Το σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε.Δε θα έφτιαχνε εικόνες.Θα έβαζε μόνο χρώματα.Χρώματα σε χρονολογική σειρά.Τα συναισθήματά του ένα ένα.Μιζέρια,κατάθλιψη,εκνευρισμός,απορία,επιπολαιότητα,πάθος,λαγνεία,αγάπη...Πολλά χρώματα.Διαφορετικά μεταξύ τους μα σίγουρα συνδεόμενα.Το ένα πατάει πάνω στο άλλο.Θέλει μελέτη.Σα τα μαθηματικά.Θέλει μελέτη και αμέσως μετά εφαρμογή.Η ιδέα υπάρχει,μακάρι να βρισκε και τη ψυχή να κάνει τέχνη.

 Έστριψε ένα τσιγαριλίκι κι έβγαλε τη κιθάρα του από τη θήκη.Ήταν από τις στιγμές που ήθελε να παίξει με τις χορδές της.Και μάλιστα κάτι συγκεκριμένο.Αυτό που άκουγε και πριν λίγο στο ραδιόφωνο.Έκατσε στο καναπέ και αφού ήπιε και τη τελευταία τζούρα άρχισε να παίζει.Και σκέφτοταν πως ένας ακόμη λόγος που δε θα γίνει ποτέ καλλιτέχνης είναι αυτός.Ότι κάθε φορά που έχει έμπνευση αναβάλλει τη δημιουργία για χατίρι κάποιου έτοιμου έργου.Οπότε στη καλύτερη των περιπτώσεων θα γίνει καλός εκτελεστής,όχι καλλιτέχνης.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΕΞΙ

 Η Μίνι που ξύπνησε πρώτη ετοίμασε πρωινό και για τους άλλους δύο.Όταν επέστρεψε με το δίσκο στο καθιστικό η Μαρία είχε ξυπνήσει τον Ναπολέοντα και τον φιλούσε με πάθος στο στόμα.Εκείνος βλέποντας τη Μίνι με το δίσκο στο χέρι ξεκόλλησε τα χείλη του απ αυτά της Μαρίας και άφησε στον αέρα ελεύθερους τους πρώτους φθόγγους της ημέρας.
 «Ρε,εσείς οι δύο μου θυμίζετε το Χριστό»!
 «Επειδή μας αρέσουν τα σανδάλια;» είπε η Μίνι χαμογελώντας,για να απαντήσει εκείνος:«Όχι,γιατί δεν υπάρχετε»!
 -Ο Ναπολέοντας είχε ηλίθιο χιούμορ κάποιες φορές,ωστόσο η τέχνη με την οποία χρησιμοποιούσε τις γκριμάτσες και οι αστείες αλλαγές στο τόνο της φωνής του σώζαν τη κατάσταση-.
 Η Μίνι γέλασε δυνατά και η Μαρία τον φίλησε ξανά στο στόμα.Η Μίνι που είχε ήδη ακουμπήσει το δίσκο με τις πασαλειμμένες με μαρμελάδα φέτες ψωμιού και το γάλα στο κοντό τραπέζι του καθιστικού,σούφρωσε τα φρύδια με πολύ νάζι και με ένα σάλτο βρέθηκε ανάμεσά τους λέγοντας ταυτόχρονα «Ε ρε θέλω κι εγώ»...
 Άρχισαν να φιλάνε ο ένας τον άλλο.Ο Ναπολέοντας είχε συνέχεια τα χείλη των δύο γυναικών κολλημένα στα δικά του.Σε μια στιγμή η Μαρία φίλησε το λαιμό της Μίνι και μετά σήκωσε το μάλλινο μπλουζάκι που έφτανε ως τα γόνατα της και άρχισε να την τρίβει στους μηρούς.Η Μίνι αφού κοίταξε τη Μαρία και αναστέναξε,έβαλε το χέρι της μέσα στο εσώρουχο του Ναπολέοντα.Για περίπου μισή ώρα εξερευνούσε ο ένας το κορμί του άλλου κάτω από το φως της μέρας πια.
 Μετά από ένα τέλειο οργασμό η Μίνι αποφάσισε να τσιμπήσει το πρωινό της.Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο.Για τα πρώτα πέντε λεπτά γελάγαν μεταξύ τους.Μια με το Ναπολέοντα που είχε ένα κομμάτι μαρμελάδα στη γαμψή μύτη του - η Μίνι τον πλησίασε και την έγλειψε με σέξι τρόπο -,και μια με τα ζωγραφισμένα από το γάλα μουστάκια της Μαρίας - τα ρούφηξε δίνοντάς της ένα παιχνιδιάρικο φιλί ο Ναπολέοντας-.
 Εκείνος ακόμη δεν είχε συνέλθει από τα σκηνικά της νύχτας που πέρασε.Μετά το πρωινό,έστριψε ένα τσιγάρο κι έκατσε αναπαυτικά στη κουνιστή πολυθρόνα.Έμεινε για αρκετά τσιγάρα εκεί να τις χαζεύει.Είχαν καθίσει και οι δύο στον απέναντι καναπέ και κάπνιζαν,πότε μιλώντας φωναχτά και πότε ψιθυριστά η μία στο αυτί της άλλης.Καμιά φορά μια η Μίνι και μια η Μαρία του έριχναν ένα βλέμμα κι ένα χαμόγελο μερικών δευτερολέπτων και χάνονταν και πάλι στη μεταξύ τους συζήτηση,ενώ ο ίδιος απορροφούσε όπως η ξερή γη το πρωτοβρόχι,το κάθε τους χαμόγελο.
 Η μέρα μόλις ξεκίνησε.Και του χαμογελούσε με ειλικρίνεια.Δε θυμάται από πότε έχει να νιώσει αδερφός με το φως του ήλιου.Είχε τόση ανάγκη το φως του!Έμεινε εκεί γερμένος για πολύ ώρα ενώ κάποια απ τις κοπέλες έβαλε για μουσική στο πικ-απ,το δισκάκι με την αγκύλη των Sigur Ros.Όλα ήρθαν για να μείνουν σήμερα.Αυτός ο ήλιος,αυτή η μέρα,σκότωσε εκατοντάδες εφιάλτες και γέννησε άλλα τόσα όνειρα...

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΝΤΕ

 Το υπόλοιπο βράδυ πέρασε κάπως έτσι.Οι τρεις τους είχαν γίνει ουσιαστικά ένα σώμα που είχε απλωθεί στο πάτωμα,στο καναπέ,στο τραπέζι...Η σειρά των γεγονότων δεν ήταν τυχαία.Η μοίρα είχε κάνει τη δουλειά της.Η μοίρα που προκάλεσαν.Έγειραν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.Ο Ναπολέοντας δεν ήταν στη μέση.Στη μέση ήταν η Μίνι.Η μουσική έπαιζε ακόμη δυνατά.Κείτονταν ξαπλωμένοι,σχεδόν νεκροί,και κοίταγαν το γύψο που στόλιζε το λευκό ταβάνι.Δεν ήταν αστείο.
 Ξαφνικά ακούστηκε ένας παρατεταμένος γδούπος.Κάτι που η Μίνι έμπλεκε με τα beat της μουσικής.Η Μαρία αποφάσισε να μιλήσει.«Ρε πούστη.Πάλι η κωλόγρια από το διπλανό διαμέρισμα.Θα γκρεμίσει το τοίχο με τη σκούπα.Τόσο πολύ την ενοχλεί η μουσική»;
 Δε μίλησε κανείς για τριάντα δευτερόλεπτα.Μετά ο Ναπολέοντας είπε «τη φαντάζομαι σε μια στάση με τα χέρια σε προσοχή,να χτυπάει το τοίχο με το κεφάλι.Γκαπ γκαπ γκαπ...γκαπ γκαπ γκαπ.Φαντάζομαι το κρανίο της λιωμένο,σκόρπιο παντού στο τοίχο της από τα χτυπήματα.Ζόμπι η γριά!»
 Γέλασαν δυνατά.Οι γδούποι έγιναν πιο έντονοι.Το πικ-απ σταμάτησε να παίζει κάποια στιγμή.Μείναν ασάλευτοι εκεί στο πάτωμα.Η Μίνι με την ευχή να μη τελειώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα που την διευκόλυνε στην ανάσα.Η Μαρία με μια απροσδιόριστη ικανοποίηση στα μάτια.Σα να κέρδισε το κόσμο όλο αυτό το βράδυ.Ο Ναπολέοντας με τη σκέψη της γριάς-ζόμπι που χτυπούσε ακόμη το λιωμένο της κρανίο στο τοίχο.
 Υπεκφυγές.Δεν ήθελαν να επεξεργαστούν τα δεδομένα.Δεν ήθελαν να δώσουν καμιά απάντηση για το τι έπεται.Ίσως κάποιες από τις απαντήσεις να τις δώσει η επόμενη μέρα.Για την ώρα όλα είναι τέλεια.Οι τρεις τους,ένα γυμνό κουβάρι στο πάτωμα,σκεπασμένοι με δυο τρεις αεροπορικές κουβέρτες που είχε καβατζώσει η Μαρία από τα ταξίδια της στο εξωτερικό.
 Απόλυτη ησυχία.Νεκρική γαλήνη.Ο δείκτης του ρολογιού δίνει ρυθμό στις ανάσες.Τικ-τακ-τικ-τακ.Μετά πιο αργά:τικ...τακ...τικ...τακ...Η Μαρία σα κάτι να σκέφτηκε κι έδωσε ένα τρυφερό φιλί στα χείλη της Μίνι...τικ...τακ...Ο Ναπολέοντας που είχε περάσει τον αριστερό του βραχίονα γύρω από τη Μίνι τυλίγοντας το λαιμό της,έπαιζε ασυναίσθητα με τα μαλλιά της Μαρίας.Ο ήχος του δείκτη έγινε πιο αργός,μακρόσυρτος.Τιιικ.......τααακ......τιιιικ......τααααααα...κ.

(Συνεχίζεται)...

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ΤΕΣΣΕΡΑ

 Μετά το γεύμα η Μαρία του πρόσφερε ένα ποτήρι τζιν Hendrick's.Εκείνος το δέχτηκε με ευχαρίστηση.Είχε ξεμείνει εδώ και ώρα από αλκοόλ και η ανάγκη του να συνειδητοποιήσει αυτό που πραγματικά του συμβαίνει απαιτούσε να πιει.
 Έπειτα εκείνη πλησίασε το τοποθετημένο σ ένα μουσικό έπιπλο πικάπ.Στο κάτω ράφι του ήταν στοιβαγμένα κάμποσα βινύλια.Διάλεξε ένα των Suuns,το τοποθέτησε προσεκτικά στο πιάτο και με κάποιο τρόπο που θύμιζε χορευτική κίνηση άφησε τη βελόνα στη πρώτη από τις εκατοντάδες σπειρωτές αυλακώσεις του βινύλιου.
 «Musica»,είπε χαμογελώντας.
 Η Μίνι που για λίγη ώρα παρατηρούσε το τρόπο με τον οποίο ο Ναπολέοντας ρουφούσε το ποτό του,γύρισε προς το μέρος της λέγοντας...«Είναι το βινύλιο που σου έκανα δώρο από το ταξίδι μου στη Βαρκελώνη»;

 «Ακριβώς!Το χω λιώσει»!
 Η Μίνι χαμογέλασε από ικανοποίηση.Για τον Ναπολέοντα πάλι ήταν μια συνηθισμένη απάντηση σε μια συνηθισμένη ερώτηση.Ωστόσο ήταν φανερό πως πέρναγε καλά.Με την ώρα άρχισε να κουνάει στο ρυθμό της μουσικής κάπως νευρικά το πόδι του.
 Ακολούθησε για αρκετή ώρα μια κουβέντα σχετικά με τις τυπικές ασχολίες τους.Η Μαρία έδειξε αρκετά ενθουσιασμένη ακούγοντας τον Ναπολέοντα να της μιλάει για τη ζωή του.Ήταν από κείνους τους μποέμ τύπους,ωραίος στην εμφάνιση,εναλλακτικός σε βαθμό αντεργκράουντ.Είχε καταφέρει να εκδώσει δύο μυθιστορήματα τα οποία όμως δε βρήκαν ποτέ ανταπόκριση από το ευρύ κοινό.Εξήγησε στα κορίτσια πως για καλή του τύχη ασχολήθηκε με τη κλασσική κιθάρα κι έτσι κατάφερνε να τα βγάζει πέρα διδάσκοντας μουσική.
 Η ώρα πέρασε.Το ένα ποτό διαδέχονταν το άλλο.Η Μαρία σηκώθηκε.Άνοιξε ένα μικρό κουτί που ήταν καβατζωμένο σ ένα μεγαλύτερο κι έβγαλε ένα σακουλάκι.Το κούνησε θριαμβευτικά προς το μέρος τους.
 «Λευκή σα το χιόνι»...
 «Ω διάολε.Μη μου πεις...»συμπλήρωσε ο Ναπολέοντας.
 «Ναι αγάπη.Ετοιμάσου για τρελό ξενύχτη».
 Η Μίνι χαμογέλασε.Καθάρισε γρήγορα το τραπέζι προετοιμάζοντας έτσι τη διαδικασία.Η Μαρία έσπασε τη σκόνη χρησιμοποιώντας μια πιστωτική κάρτα και ψέλλισε «Είναι από τέσσερις γραμμούλες.Ποιος θα ξεκινήσει πρώτος»;
 «Είμαι ο άντρας της παρέας,οπότε μετά από σας κυρίες μου» πετάχτηκε ο Ναπολέοντας.
 Η Μαρία πήρε το καλαμάκι και με μια περίτεχνη κίνηση εξαφάνισε τις δύο πρώτες γραμμές.Ακολούθησε η Μίνι για να πάρει σειρά και κείνος.
 «Θεέ μου.Πόσο καιρό έχω να πιω κοκαΐνη»,είπε σχεδόν ψιθυριστά και συνέχισε.«Ωραίο δισκάκι.Σε ποια να δώσω τα συγχαρητήρια;Στη Μίνι που το αγόρασε η σε σένα που επέλεξες να το βάλεις απόψε»;
 «Δώστα σ όποια θες»,απάντησε η Μίνι,«αν και εμείς οι δυο είμαστε ένα»,συνέχισε κοιτάζοντας τη Μαρία σα να μην υπήρχε τίποτα άλλο στο δωμάτιο.
 Μετά από είκοσι περίπου λεπτά άρχισαν να χορεύουν.Άρχισαν να γελάνε και να αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο.Ο Ναπολέοντας παρατηρούσε τις ερωτικές τους φιγούρες.Δυο γυναίκες σχεδόν γυμνές,σχεδόν σε κατάσταση σοκ,ξυπόλητες,χόρευαν και γελούσαν μπροστά του.Παρατηρούσε τη κίνηση των μυών στις γάμπες της Μίνι,την αρμονική κίνηση του στήθους της Μαρίας,το γέλιο τους,τα χείλη τους,το φιλί τους.
 Η Μαρία τον τράβηξε απότομα στο μέρος της.Άρχισε να του μιλάει αλλά εκείνος της έκανε νόημα πως η μουσική είναι πολύ δυνατά για να ακούσει.Εκείνη πλησίασε στο αυτί του.Και πάλι τζίφος.Με τη τρίτη προσπάθεια άκουσε τη φράση «Περνάς καλά;» κι έγνεψε «Ναι».
 Η Μίνι τον αγκάλιασε από πίσω και τον δάγκωσε στο λαιμό όσο χρειάζονταν.Εκείνος ζαλίζονταν τόσο από τα αρώματα των γυναικείων κορμιών που σε δευτερόλεπτα παραδόθηκε στα φιλιά τους.Βρέθηκαν και οι τρεις στο πάτωμα.Άρχισε να φιλάει το μικρό αλλά σκληρό σα πέτρα στήθος της Μίνι όταν συνειδητοποίησε πως οι δυο γυναίκες τελείως γυμνές ξέσκιζαν τις σάρκες των χειλιών τους με κάποιο τρόπο που θύμιζε μάχη λιονταριού με ύαινα.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΤΡΙΑ

 Άρχισαν να βαδίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο στα στενά της Θεσσαλονίκης.Το ανυπόφορο κρύο τους έφερε ακόμη πιο κοντά.Εκείνος ήταν τρομερά μπερδεμένος με όσα συνέβησαν τις προηγούμενες ώρες.Δε ξέρει ακόμη γιατί δέχτηκε να περάσει τη βραδιά μαζί της.Για κείνον ήταν σημαντική απόφαση να αποδεχτεί αυτή τη πρόσκληση.Όσο κι αν η κοινή λογική υπαγορεύει ότι πάντα λέμε «ναι» σ αυτές τις περιπτώσεις για τον Ναπολέοντα δεν ήταν απλό πράγμα.Είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια να μην ζει.Έδινε την εντύπωση ότι ζει αλλά απλά μελετούσε τη ζωή των άλλων,όσων την είχαν ζήσει.
 Φτάσαν στην είσοδο μιας παλιάς πολυκατοικίας κάπου στο κέντρο της πόλης.Εκείνη χτύπησε το κουδούνι.Απ το θυροτηλέφωνο ακούστηκε ένα μακρόσυρτο γυναικείο «ναιιι».Άνοιξε η πόρτα. Ανέβηκαν περίπου πέντε σκαλιά φτάνοντας στο προθάλαμο.Στα δεξιά τους υπήρχε ένα παραμελημένο θυρωρείο.Εκείνη πάτησε το κουμπί του ανελκυστήρα.Τα περίπου 30 δευτερόλεπτα που έκανε για να κατέβει από τον δεύτερο όροφο του φάνηκαν αιώνες.Μπήκαν στο θάλαμο.Τέταρτος όροφος.Κοιτάχτηκαν αμήχανα.Η Μίνι έσπασε τη σιωπή λέγοντας «θα ενθουσιαστείς με τη Μαρία.Είναι τρομερά φιλόξενος άνθρωπος.Είμαστε φίλες χρόνια τώρα.Από το καιρό που πιστεύαμε ότι ο κόσμος μας ανήκει».
 Βγαίνοντας από το ασανσέρ βάδισαν για πέντε βήματα δεξιά ώσπου φτάσανε στο κατώφλι μιας καφέ σκούρας πόρτας.Η πόρτα άνοιξε.
 «Μίνι!Αγάπη μου».
 «Μαράκι».

 Οι δυο γυναίκες σφιχταγκαλιαστήκανε δίνοντας ταυτόχρονα ένα φιλί στο στόμα.Ο Ναπολέοντας προσπαθούσε να επεξεργαστεί όλα αυτά που συμβαίνουν.Η Μαρία ήταν μια γυναίκα γύρω στα τριάντα,μελαχρινή με σγουρά πυκνά μαλλιά.Το υφασμάτινο μονοκόμματο φορεματάκι που φόραγε τόνιζε με κάποιο τρόπο το υπέροχο στήθος της.
 «Να σου συστήσω τον Ναπολέοντα.Είναι το παιδί που γνώρισα στο τρένο.Σου είπα πριν στο τηλέφωνο γι αυτόν».
 Η Μίνι ήταν πολύ ευγενική μαζί του.Έδειχνε καλλιεργημένος άνθρωπος ο οποίος όμως λειτουργεί πιο πολύ με το συναίσθημα παρά με τη λογική.
 «Γεια σου Μαρία».
 «Χάρηκα...Ναπολέοντας είπαμε;».

 «Ναι»,απάντησε αμήχανα.
 «Ωραίο όνομα».

 «Αν ήταν επιλογή μου θα διάλεγα κάτι άλλο» της απάντησε και εκείνη τον τράβηξε και του δωσε ένα φιλί ακριβώς δίπλα απ τα χείλη.
 «Λοιπόν περάστε.Δείχνετε αρκετά κουρασμένοι και σίγουρα θα πεινάτε.Μίνι έφτιαξα μακαρόνια με γαρίδες που σ αρέσουν».
 «Μμμ...θα φάω και τη δικιά σου μερίδα. Ναπολέοντα;Η Μαρία είναι εξαιρετική μαγείρισσα!».
 «Το εύχομαι»,είπε με μια δόση χιούμορ.«Θα το μάθουμε σύντομα»,συνέχισε τρίβοντας τη κοιλιά του.
 Και οι τρεις τους γέλασαν.Όσο ο Ναπολέοντας έκανε ένα ντους η Μαρία σέρβιρε στο μικρό ζεστό καθιστικό της τρία πιάτα γεμάτα με σπέσιαλ σπαγγέτι επικαλυμμένα με σάλτσα και μικρές γαρίδες.
 Όσοι ώρα έτρωγαν,δεν αντάλλαξαν και πολλές κουβέντες.Ο Ναπολέοντας έριχνε κλεφτές ματιές μια στο μπούστο της Μαρίας και μία στις υπέροχες γάμπες της Μίνι.«Είναι έργο τέχνης»,είπε.
 «Το φαγητό;»ρώτησε η Μίνι...
 «Όχι.Οι γάμπες σου.Μοιάζουν σφυρηλατημένες από το πιο ικανό τεχνίτη του σύμπαντος».
 «Αλήθεια;Σ αρέσουν τόσο;»είπε με παιχνιδιάρικο τόνο στη φωνή της και άρχισε ασυναίσθητα ίσως να τρίβει τη δεξιά της πατούσα στη γάμπα του αριστερού της ποδιού.
(Συνεχίζεται...)

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

ΔΥΟ

 «Ωραίο φουλάρι» κι ο χρόνος μόλις άρχισε και πάλι να κυλάει,σαν βράχος που ξεκόλλησε από τη πιο πάνω κορυφή του απέναντι βουνού.«Το χρώμα είναι πολύ εντυπωσιακό και είμαι σίγουρη πως το ύφασμα του υπέροχο στην αφή».
 Ανοίγοντας τα μάτια του απ αυτό τον σύντομο τελικά ύπνο,εντόπισε αμέσως τη πηγή της φωνής.Ακριβώς απέναντί του κάθονταν μια μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα που τον κοίταζε με τα μεγάλα ολοστρόγγυλα μάτια της.
 «Γι αυτό μιλάς;» τη ρώτησε τραβώντας ελαφρά την άκρη από ένα μπλε σκούρο υφασμάτινο φουλάρι που τύλιγε το λαιμό του.
 «Ναι,σου πηγαίνει απίστευτα πολύ» είπε εκείνη χρησιμοποιώντας με τέχνη ένα γλυκό χαμόγελο που έκανε το πρόσωπό της να μοιάζει με τον ήλιο η κάτι τέτοιο.«Σε ξύπνησα;»
 «Ό...χι.Φχαριστώ πολύ»,απάντησε σχετικά ευγενικά και σκέφτηκε να ανάψει ένα τσιγάρο μα θυμήθηκε αμέσως ότι το κάπνισμα στα βαγόνια του τρένου έχει απαγορευτεί εδώ και χρόνια.
 «Για που ταξιδεύεις;»τον ρώτησε και με μια κίνηση που θύμιζε σκηνή από γαλλική ταινία,άναψε ένα τσιγάρο που έβγαλε από μια δερμάτινη ταμπακιέρα.

 «Μη!Τι κάνεις;Γαμώτο είσαι τρελή;Το κάπνισμα απαγορεύεται».
 «Σ ενοχλεί;»
 «Όχι.Και γω θέλω να καπνίσω μα...»
 «Μα;Τι;».
 «Απαγορεύεται!».
 «Και;»
 «Θα σου κάνουν παρατήρηση.Δε γνωρίζω μην έχουν και κανένα γαμημένο πρόστιμο».
 «Θα χω προλάβει να κάνω πέντε τζούρες»
 Επικράτησε παύση μερικών δευτερολέπτων.
 «Έχεις δίκιο...να σου πάρω ένα;»
 «Δικό σου» του απάντησε γνέφοντας παράλληλα καταφατικά και του πρόσφερε ένα DUNHILL fine cut από την ίδια δερμάτινη ταμπακιέρα.
 «Με λένε Μίνι».
 «Είμαι ο Ναπολέων».
 «Ναπολέων;Θεέ μου τι απίστευτα αστείο όνομα» είπε τονίζοντας τη λέξη «απίστευτα»,αφού χαχάνισε για εισαγωγή.
 «Μίνι είπαμε ε;».
 «Ναι!Από το Αλκμήνη».
 Γέλασαν και οι δύο ακόμη πιο δυνατά,σχεδόν σαν να συντόνιζε το γέλιο του ενός τα χαχανιτά του άλλου.
 «Χάρηκα Ναπολέοντα».
 «Και γω» της απάντησε κοφτά ενώ ταυτόχρονα αντάλλαξαν μια αμήχανη χειραψία.
 «Λοιπόν Ναπολέων,δε μου απάντησες ποτέ.Για που το βαλες;».

ΕΝΑ

 «Σημασία έχει το ταξίδι»,είπε και μπήκε στο τρένο χωρίς να κοιτάξει ποτέ πίσω.Ήταν ξημερώματα Δευτέρας,σα και τότε που ξεκίναγε για να φτάσει κάπου συγκεκριμένα.Αυτή τη φορά το ήξερε.Το ταξίδι θα ήταν διαφορετικό.Αθήνα - Βελιγράδι και μετά ποιος ξέρει;Ίσως να διάλεγε εκείνες τις ράγες που οδηγούν πολύ μακριά,στη Μόσχα ίσως.Και καπάκι από κει καρφί τη διαδρομή του Υπερσιβηρικού. Επόμενη στάση ίσως Βλαδιβοστόκ.Επτά μέρες ταξίδι.«And Life goes on and on».
 Το βαγόνι μύριζε απαίσια.Μάλλον έφταιγαν τα παλιά δερμάτινα καθίσματα και ο κολλημένος στερεός ιδρώτας των επιβατών που φιλοξένησαν οι ίδιες θέσεις,το ίδιο βαγόνι.
 Άνοιξε ένα φλασκί βότκα που είχε για συντροφιά στο ταξίδι.«Ποιος ξέρει ρε πούστη μέχρι που θα με βγάλει» σκέφτηκε και ευχήθηκε να μην αναγκαστεί να αγοράσει άλλο τουλάχιστο μέχρι τη Μόσχα.Εκεί θα έπινε γνήσια Ρωσική pure δυνατή βότκα.
 Απ το παράθυρο τα τοπία εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα το ένα το άλλο.Κάθε τοπίο μοναδικό.Σα τις παλιές ερωμένες.Σχεδόν κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα μάτια του προέκυπτε και μια διαφορετική πρώην...Συνέχισε να το κάνει αυτό μέχρι που οι εμπειρίες του στέρεψαν.Τα τοπία συνέχισαν να βομβαρδίζουν το μυαλό του με εικόνες.Δάση,βουνά,πλατάνια παντού η φύση.Αυτοκινητόδρομος και παντού πολιτισμός.
 Η βότκα έφτασε στα μισά της πριν καλά καλά προσεγγίσουν τα σύνορα.Της έριξε μια ματιά και αφού κατάλαβε ότι παρά την υπερπροσπάθεια δε θα καταφέρει με τίποτα να ξαναγεμίσει την επόμενη φορά το φλασκί του στη Μόσχα -αντίθετα προλάβαινε να του κάνει τουλάχιστο τέσσερα γεμίσματα μέχρις ότου φτάσει εκεί- τη σήκωσε ψιλά και άφησε να κυλίσει η υπόλοιπη μισή στο στόμα του αβασάνιστα.
 Άρχισε να πλάθει ιστορίες έτσι για να ξεχαστεί,αφού δε κατάφερε ποτέ να ανταλλάξει λέξη με κανέναν από τους συνεπιβάτες του.Του πέρασε η ιδέα ότι ήταν ένας ακόμη μαλάκας που έμπαινε στο τρένο παραμυθιάζοντας τον εαυτό του πως θα ξεχάσει και πως αν κάνει όλα όσα του είπε ο ψυχίατρος όλα θα πάνε καλά.
 «Έλα  μωρό μου,μη κυλήσεις πάλι.Όλα είναι παρελθόν».
 Έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε πως η επόμενη αγαπημένη του θα μοιάζει με την εικόνα που θα δει απ το παράθυρο όταν αποφασίσει να τα ξανανοίξει.
 Νομίζει πως έμεινε έτσι για ώρες,μέρες,χρόνια.
Ακόμη και τη στιγμή που σας μιλάω ίσως είναι εκεί με τα μάτια κλειστά,και πλάθει όνειρα με τις πλαστές εικόνες που γεννάει ο εγκέφαλός του πια.Συνειδητά επέλεξε να συνεχίσει αυτό το ταξίδι για πάντα.Συνειδητά επέλεξε να μη κλέψει κρυφοκοιτάζοντας στο μέλλον.Ούτε καν για κείνη.Ποια θα είναι;Πως θα μοιάζει;Ένα σημάδι έστω.
 Όχι!Ίσως γιατί μάλλον δε τον νοιάζει πια.Η γιατί ποτέ δε τον ένοιαζε αυτό πραγματικά.Ίσως γιατί το αναπόφευκτο είναι πάντα πιο σκληρό κι από το κόσμο που δεν θα αλλάξει ποτέ.
 Το τρομακτικό φαντασιόπληκτο συμπέρασμα είναι πως η μοίρα κι εκείνος υπάρχουν.Κι αυτός και η μοίρα του.Το θέμα είναι ποιος τελικά ορίζει ποιον;
 "Έχεις τη δύναμη μωρό μου...μην ανοίξεις τα μάτια ακόμα...δως μου λίγο χρόνο.Κοιμάσαι;".